Πέντε δυσκολίες για να γράψει κανείς την αλήθεια (Bertolt Brecht)

Posted on Φεβρουαρίου 10, 2013

0



Και η τέχνη πρέπει σε αυτούς τους καιρούς των αποφάσεων να αποφασίσει. Μπορεί να κάνει τον εαυτό της όργανο µιας µικρής µερίδας ορισµένων που παίζουν τις θεότητες της µοίρας για τους πολλούς και που απαιτούν µια πίστη που πρέπει πρώτα απ’ όλα να είναι τυφλή ή µπορεί να σταθεί στο πλευρό των πολλών και να βάλει τη µοίρα τους στα δικά τους χέρια. Μπορεί να παραδώσει τον άνθρωπο στις συγχύσεις, τις αυταπάτες και τα θαύµατα ή µπορεί να παραδώσει τον κόσµο στον άνθρωπο. Μπορεί να µεγαλώσει την αµάθεια ή µπορεί να µεγαλώσει τη γνώση. Μπορεί να κάνει έκκληση στις δυνάµεις που αποδεικνύουν τη δύναµή τους καταστρέφοντας ή στις δυνάµεις που αποδεικνύουν τη δύναµή τους βοηθώντας.

Πέντε δυσκολίες για να γράψει κανείς την αλήθεια

Όποιος θέλει σήµερα να πολεµήσει το ψέμα και την αµάθεια γράφοντας την αλήθεια, έχει ξεπεράσει το λιγότερο πέντε δυσκολίες. Πρέπει να έχει το θάρρος να γράψει την αλήθεια παρόλο που παντού την καταπνίγουν,  την εξυπνάδα να την αναγνωρίσει παρόλο που τη σκεπάζουν παντού, την τέχνη να την κάνει ευκολοµεταχείριστη σαν όπλο, την κρίση να διαλέξει εκείνους που στα χέρια τους η αλήθεια θα αποκτήσει δύναµη και την πονηριά να τη διαδώσει ανάµεσά τους. Αυτές οι δυσκολίες είναι µεγάλες για εκείνους που γράφουν κάτω από το φασισµό, υπάρχουν όµως και γι’ αυτούς που τους κυνήγησαν ή που καταδίωξαν ακόµα και για όσους γράφουν στις χώρες της αστικής ελευθερίας.

Το θάρρος να γράψει κανείς την αλήθεια

Φαίνεται αυτονόητο πως αυτός που γράφει πρέπει να γράφει την αλήθεια µε την έννοια δηλαδή πως δεν πρέπει να την καταπνίγει ή να την αποσιωπά και πως δεν πρέπει να γράφει τίποτα που δεν είναι αληθινό. Δεν πρέπει να σκύβει στους ισχυρούς, δεν πρέπει να εξαπατά τους αδύναµους. Είναι φυσικά πολύ δύσκολο να µη σκύβεις στους ισχυρούς, και είναι πολύ κερδοφόρο να εξαπατάς τους αδύναµους. Το να µην αρέσεις στους πλούσιους σηµαίνει να παραιτείσαι από τον πλούτο. Το να παραιτείσαι από την πληρωµή για καµωµένη δουλειά πάει να πει, σε ορισµένες συνθήκες, να θυσιάζεις τη δουλειά και το να αποδιώχνεις τη φήµη ανάµεσα στους ισχυρούς σηµαίνει συχνά να αποδιώχνεις κάθε φήµη. Όλα αυτά απαιτούν θάρρος. Οι καιροί της πιο σκληρής καταπίεσης είναι τις πιο πολλές φορές καιροί όπου γίνεται πολύς λόγος για µεγάλα και υψηλά πράγµατα. Χρειάζεται θάρρος για να µιλάς σε τέτοιους καιρούς για πράγµατα τόσο χαµηλά και τόσο φτηνά όπως το φαγητό και το σπίτι του εργαζομένου µέσα σε µια βοή από ξεφωνητά ότι το βασικό είναι το πνεύµα της θυσίας. Όταν φορτώνουν τους αγρότες µε τιµές, χρειάζεται θάρρος να µιλάς για µηχανήµατα και φτηνές ζωοτροφές που θα διευκόλυναν την τιµηµένη δουλειά. Όταν απ’ όλους τους ραδιοσταθµούς ουρλιάζουν πως ο άνθρωπος χωρίς γνώση και µάθηση είναι καλύτερος από το µορφωµένο, θέλει τότε θάρρος να ρωτήσεις: καλύτερος για ποιόν; Όταν γίνεται λόγος για τέλειες και ατελείς φυλές, χρειάζεται θάρρος να ρωτήσεις αν ή πείνα κι η αµάθεια κι ο πόλεµος δεν φέρνουν βαριές παραµορφώσεις. Και ξανά, θέλει θάρρος να πει κανείς την αλήθεια για τον εαυτό του, το νικηµένο. Πολλοί καταδιωγµένοι χάνουν την ικανότητα να βλέπουν τα λάθη τους. Η καταδίωξη τους φαίνεται η πιο µεγάλη αδικία. Αφού οι διώχτες που τους καταδιώκουν είναι οι κακοί, εκείνοι, οι καλοί, διώκονται για την αρετή τους. Αυτή όµως ή αρετή χτυπήθηκε, νικήθηκε κι εµποδίστηκε. Ήταν άρα µια αδύναµη αρετή, µια κακή, ανεπίτρεπτη, απαράδεχτη αρετή. Γιατί δε µπορεί ποτέ να παραδεχτούµε στην αρετή την αδυναµία της, όπως στη βροχή την υγρή της μορφή. Το να πεις πως οι καλοί δε νικήθηκαν γιατί ήταν καλοί, παρά γιατί ήταν ανήμποροι, αυτό χρειάζεται θάρρος. Φυσικά η αλήθεια πρέπει να γράφεται µέσα στον αγώνα µε το ψέμα και δεν πρέπει να είναι κάτι το γενικό, το απρόσιτο και πολυσήµαντο. Γιατί από αυτήν ακριβώς τη γενική, απρόσιτη στόφα, είναι καµωµένη η ψευτιά. Όταν λένε για κάποιον πως είπε την αλήθεια, πάει να πει πως µερικοί ή πολλοί ή κάποιος είπαν κάτι άλλο, κάποιο ψέµα ή κάποια γενικότητα. Αυτός όµως είπε την αλήθεια, κάτι το πρακτικό. το πραγµατικό, το αναντίρρητο, αυτό ακριβώς που έπρεπε να πει. Δε χρειάζεται πολύ θάρρος για να παραπονεθεί κανείς για την κακία του κόσµου γενικά και για το θρίαµβο της ωµότητας και για να απειλεί µε το θρίαµβο του πνεύµατος από ένα µέρος του κόσµου όπου του επιτρέπουν ακόµα να το κάνει αυτό. Ορθώνονται τότε πολλοί σα να ήταν κανόνια στραµµένα εναντίον τους, ενώ μόνο τους κοιτάζουν. Ξεφωνίζουν τις γενικές τους απαιτήσεις σε ένα κόσµο που αγαπά τους ακίνδυνους ανθρώπους. Απαιτούν µία καθολική δικαιοσύνη για την οποία δε δούλεψαν ούτε στο ελάχιστο και µία γενική ελευθερία. Απαιτούν ένα κοµµάτι από τη λεία που έχει δήθεν κιόλας µοιραστεί από καιρό µαζί τους. Αλήθεια νοµίζουν πως είναι μόνο αυτό που ακούγεται όµορφα. Κι όταν η  αλήθεια είναι κάτι µε αριθµούς, κάτι το ξερό και χειροπιαστό, κάτι που για να το βρεις θέλει κόπο και µελέτη, αυτά για κείνους δεν είναι αλήθεια, δεν τους εκστασιάζει. Αυτοί έχουν το εξωτερικό παρουσιαστικό µονάχα των ανθρώπων που λένε την αλήθεια. Το τραγικό µ’ αυτούς είναι ότι δεν ξέρουν ποια είναι η αλήθεια.

Η εξυπνάδα να αναγνωρίσει κανείς την αλήθεια

Μιας κι είναι δύσκολο να γράψει κανείς την αλήθεια αφού την καταπνίγουν παντού, στους πιο πολλούς φαίνεται ζήτημα πεποιθήσεων μοναχά το αν θα γραφτεί ή όχι. Πιστεύουν πως το µόνο που χρειάζεται είναι το κουράγιο. Ξεχνούν τη δεύτερη δυσκολία το να βρεθεί η αλήθεια. Γιατί µε κανένα τρόπο δεν είναι εύκολο να τη βρει κανείς. Πρώτα – πρώτα είναι κιόλας δύσκολο να βρει κανείς ποια αλήθεια αξίζει να ειπωθεί.

Για παράδειγμα μπροστά σε όλα τα µάτια, τα μεγάλα πολιτισμένα κράτη βουλιάζουν το ένα µετά το άλλο στην πιο τρομερή βαρβαρότητα. Κι ακόμα, είναι γνωστό πως ο εσωτερικός πόλεμος που γίνεται µε τα πιο τροµακτικά µέσα, µπορεί από ώρα σε ώρα να µετατραπεί σε εξωτερικό που µπορεί θαυµάσια να κάνει τον πλανήτη µας ένα γιγάντιο σωρό συντρίμµια. Αυτό είναι χωρίς αµφιβολία µια αλήθεια, υπάρχουν όµως φυσικά κι άλλες αλήθειες. Για παράδειγµα, δεν είναι ψέµα το ότι οι καρέκλες έχουν πάτο και το ότι ή βροχή πέφτει από πάνω προς τα κάτω. Πολλοί γράφουν τέτοιου είδους αλήθειες. Μοιάζουν µε ζωγράφους που φιλοτεχνούν µε νεαρές φύσεις τους τοίχους καραβιών που βουλιάζουν. Η πρώτη µας δυσκολία δεν υπάρχει γι’ αυτούς, κι έχουν παρόλα αυτά τη συνείδηση τους ήσυχη. Ανεπηρέαστοι από τους ισχυρούς, χωρίς όµως και να τους επηρεάζουν κι οι φωνές των κατατρεγµένων, ζωγραφίζουν τα τοπία τους. Το παράλογο στον τρόπο που ενεργούν τους δηµιουργεί ένα «βαθύ» πεσσιµισµό, που τον πουλάνε σε καλή τιµή και που θα έπρεπε στην πραγµατικότητα να τον έχουν οι υπόλοιποι που βλέπουν τέτοιους καλλιτέχνες και τέτοια ξεπουλήµατα. Και δεν είναι εύκολο ούτε καν να διακρίνεις πως οι αλήθειες τους µοιάζουν µε αυτές για τις καρέκλες ή τη βροχή· τις πιο πολλές φορές δείχνουν ολότελα διαφορετικές, δείχνουν γι’ αλήθειες πάνω σε σηµαντικά θέµατα. Γιατί η ουσία της καλλιτεχνικής διαµόρφωσης βρίσκεται ακριβώς στο ότι δίνει σηµασία σε αυτό που διαµορφώνει. Χρειάζεται προσεκτική παρατήρηση για να διακρίνει κανείς πως το µόνο που λένε είναι: «Μια καρέκλα είναι µια καρέκλα», και: «Κανείς δε µπορεί να εµποδίσει τη βροχή να πέφτει προς τα κάτω». Αυτοί οι άνθρωποι δεν καταφέρνουν να βρουν την αλήθεια που αξίζει να γραφτεί.

Άλλοι πάλι πραγµατικά καταπιάνονται µε τα πιο ζωντανά προβλήµατα, δεν τρέµουν ούτε τους καταπιεστές ούτε τη φτώχεια και παρόλα αυτά δε µπορούν να βρουν την αλήθεια. Σε αυτούς λείπουν οι γνώσεις. Είναι γεµάτοι από παλιές προλήψεις, από φηµισµένες συχνά καλοδιατυπωµένες αρχαίες προκαταλήψεις. Ο κόσµος είναι πολύ περίπλοκος γι’ αυτούς· δεν ξέρουν τα γεγονότα και δε διακρίνουν τους συσχετισµούς. Εκτός από τις πεποιθήσεις χρειάζονται και γνώσεις που βρίσκονται και μέθοδοι που µαθαίνονται. Για όλους όσους γράφουν σε αυτούς τους καιρούς των περίπλοκων και των µεγάλων αλλαγών χρειάζεται γνώση της µατεριαλιστικής διαλεκτικής, της οικονοµίας και της ιστορίας. Μπορεί να την αποκτήσει κανείς από τα βιβλία ή µε ζωντανή διδασκαλία φτάνει να µη λείπει η απαραίτητη επιµέλεια. Μπορεί κανείς να ανακαλύψει πολλές αλήθειες µε πιο απλό τρόπο, αποσπάσµατα δηλαδή της αλήθειας ή δεδοµένα που οδηγούν στην εύρεσή της. Αν θέλει κανείς να ερευνήσει, θα πρέπει να χρησιµοποιεί μία µέθοδο, µπορεί όµως κανείς να βρει κάτι και χωρίς µέθοδο και χωρίς καν να ψάξει. Όµως µε τέτοιο τυχαίο τρόπο δεν πετυχαίνει κανείς σχεδόν ποτέ µία τέτοια παρουσίαση της αλήθειας που να λέει στους ανθρώπους τι πρέπει να κάνουν. Αυτοί που µονάχα καταγράφουν µικρογεγονότα, δεν είναι σε θέση να κάνουν τούτο τον κόσµο κατανοητό στους άλλους. Κι όµως αυτός, και κανένας άλλος είναι ο σκοπός της αλήθειας. Αυτοί οι άνθρωποι δεν εκπληρώνουν το καθήκον να γράψουν την αλήθεια. Όταν είναι κανείς πρόθυµος να γράψει την αλήθεια και ταυτόχρονα ικανός να την αναγνωρίσει, µένουν ακόµα τρεις δυσκολίες.

Η τέχνη να κάνει κανείς την αλήθεια ευκολοµεταχείριστη σαν όπλο

Η αλήθεια πρέπει να λέγεται για χάρη των πρακτικών της συνεπειών. Σαν παράδειγµα αλήθειας µε καµία σωστή πρακτική συνέπεια µπορεί να µας χρησιµέψει η πλατιά διαδεδοµένη άποψη πως σε ορισµένες χώρες επικρατούν άσχηµες συνθήκες που αιτία τους έχουν τη βαρβαρότητα. Σύµφωνα µε αυτή την άποψη ο φασισµός είναι ένα κύµα βαρβαρότητας που ξέσπασε σε µερικές χώρες με τη δύναμη κάποιου στοιχείου της Φύσης. Σύµφωνα µε αυτή την άποψη ο φασισµός είναι µια καινούργια, τρίτη δύναµη που στέκεται δίπλα στον καπιταλισµό και το σοσιαλισµό (και πάνω από αυτούς), όχι µονάχα το σοσιαλιστικό κίνηµα, αλλά και πως ο καπιταλισµός θα µπορούσε, και µετά τη γένεση του κινήµατος αυτού να συνεχίσει να υπάρχει και χωρίς το φασισµό.

Η παραπάνω άποψη είναι βέβαια φασιστική, ενώ αποτελεί υποχώρηση µπροστά στο φασισµό. Ο φασισµός είναι µια ιστορική φάση όπου µπήκε τώρα ο καπιταλισµός κι έτσι είναι κάτι το καινούργιο και παλιό µαζί. Ο καπιταλισµός στις φασιστικές χώρες υπάρχει πια µονάχα σαν φασισµός κι ο φασισμός δε μπορεί να πολεμηθεί παρά μόνον σαν καπιταλισμός στην πιο ωμή και καταπιεστική του μορφή, σαν ο πιο θρασύς και ο πιο δόλιος καπιταλισμός.

Πως λοιπόν τώρα να πει κάποιος αντίπαλος του φασισµού την αλήθεια για το φασισµό όταν δε θέλει να πει τίποτα για τον καπιταλισµό που τον προκαλεί; Πως να έχει η αλήθεια αυτή πρακτική σηµασία; Αυτοί που είναι αντίπαλοι του φασισµού χωρίς να είναι αντίπαλοι του καπιταλισµού, αυτοί που παραπονιόνται για τη βαρβαρότητα που αίτια τάχα έχει τη βαρβαρότητα την ίδια, µοιάζουν µε ανθρώπους που θέλουν το µερτικό τους από το αρνί χωρίς όµως να σφαχτεί το αρνί. Θέλουν να φάνε το κρέας, να µη δουν όµως τα αίµατα. Αυτοί θα ικανοποιηθούν αν ο χασάπης πλύνει τα χέρια του προτού φέρει το κρέας στο τραπέζι. Δεν είναι κατά των σχέσεων ιδιοκτησίας που προκαλούν τη βαρβαρότητα, παρά µονάχα κατά της βαρβαρότητας, υψώνουν τη φωνή εναντίον της κι αυτό το κάνουν από χώρες όπου κυριαρχούν οι ίδιες σχέσεις ιδιοκτησίας, όπου όµως οι χασάπηδες πλένουν ακόµα τα χέρια τους προτού φέρουν το κρέας στο τραπέζι.

Οι φωνακλάδικες διαµαρτυρίες κατά των βαρβαρικών µέτρων µπορεί να είναι αποτελεσµατικές για λίγο καιρό, όσο δηλαδή οι ακροατές τους πιστεύουν πως στη δικιά τους χώρα δε θα ήταν ποτέ δυνατό να παρθούν τέτοια µέτρα. Ορισµένες χώρες είναι σε θέση να κρατήσουν τις σχέσεις ιδιοκτησίας τους µε λιγότερο βίαια για την ώρα από ότι κάποιες άλλες. Εκεί ή δηµοκρατία προσφέρει ακόµα τις υπηρεσίες για τις οποίες άλλες χώρες αναγκάζονται να καταφύγουν στη βία, δηλαδή την εξασφάλιση της ιδιοκτησίας στα µέσα παραγωγής. Το µονοπώλιο στα εργοστάσια, στα ορυχεία, στα τσιφλίκια δηµιουργεί πάντα βάρβαρες καταστάσεις· σε αυτές τις χώρες είναι όµως λιγότερο ορατές. Η βαρβαρότητα γίνεται ορατή από τη στιγµή που το µονοπώλιο δε µπορεί πια να προστατευτεί παρά µονάχα µε την ανοιχτή βία.

Μερικές χώρες, που δεν το έχουν ακόµα αναγκαίο να παρατήσουν για χάρη των βάρβαρων µονοπωλίων ακόµα και τις τυπικές εγγυήσεις του κράτους δικαίου όπως και απολαύσεις σαν την τέχνη, τη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία, ακούνε µε ιδιαίτερη ευχαρίστηση τους φιλοξενούµενούς τους να κατηγορούν την πατρίδα τους για την εγκατάλειψη τέτοιων αγαθών, µιας κι ελπίζουν έτσι να βρουν πλεονεκτήµατα για τους πολέµους που περιµένουν. Να πει κανείς πως την αλήθεια τάχα τη βρήκαν όσοι φωνάζουν λόγου χάρη λυσσασµένο αγώνα κατά της Γερµανίας, «γιατί αυτή είναι τώρα η αληθινή πατρίδα του κακού, το παράρτηµα της κόλασης, το κατάλυµα του Αντίχριστου»; Μάλλον θα πρέπει να πούµε πως πρόκειται για ανόητους, ανήξερους και βλαβερούς ανθρώπους. Γιατί από αυτές τις φλυαρίες το συµπέρασµα που βγαίνει είναι πως αυτή ή χώρα πρέπει να σβήσει από το χάρτη. Ολόκληρη, µε όλους της τους ανθρώπους – τα αέρια δεν ξεδιαλέγουν τους υπαίτιους όταν σκοτώνουν. Ο επιπόλαιος άνθρωπος που δεν ξέρει την αλήθεια εκφράζεται µε γενικότητες, παχιά λόγια κι αοριστίες. Φλυαρεί για «τους» Γερµανούς, κλαψουρίζει για «το» κακό, κι εκείνος που τον ακούει, στην καλύτερη περίπτωση, δεν ξέρει τι πρέπει να κάνει. Να αποφασίσει να πάψει να είναι Γερµανός; Θα εξαφανιστεί η κόλαση αν εκείνος είναι καλός; Κι οι κουβέντες για τη βαρβαρότητα που αιτία έχει τάχα τη βαρβαρότητα, τέτοιας λογής είναι. Λένε πως αιτία της βαρβαρότητας είναι η βαρβαρότητα, κι η βαρβαρότητα καταπολεμάται µε την εξηµέρωση των ηθών, που τη φέρνει η µόρφωση. Όλα αυτά είναι γενικολογίες πέρα για πέρα, διατυπώσεις καµωµένες όχι για χάρη των πρακτικών συνεπειών όπως θα έπρεπε· κατά βάθος είναι λόγια που δεν απευθύνονται σε κανέναν. Τέτοιες αναλύσεις δείχνουν µόνο λίγους κρίκους από όλη την αλυσίδα των αιτιών και παρασταίνουν τις κινητήριες δυνάµεις σαν τάχα ακατανίκητες. Τέτοιες αναλύσεις είναι όλο σκοτάδι, σκοτάδι που κρύβει τις δυνάµεις εκείνες που ετοιµάζουν την καταστροφή. Λιγάκι φως και να που προβάλουν άνθρωποι σαν αίτιοι των καταστροφών! Γιατί ζούµε σε µια εποχή όπου το µέλλον του ανθρώπου είναι ο άνθρωπος.

Ο φασισµός δεν είναι καµία φυσική καταστροφή που σαν εξήγησή της έχει τη «φύση» του ανθρώπου. Αλλά και στις φυσικές ακόµα καταστροφές υπάρχουν τρόποι παρουσίασης αντάξιοι του ανθρώπου· είναι αυτοί που κάνουν έκκληση στην αγωνιστική του δύναµη. Μετά από ένα µεγάλο σεισµό που κατάστρεψε τη Γιοκοχάµα, έβλεπε κανείς σε πολλά αµερικάνικα περιοδικά φωτογραφίες εκτάσεων µε ερείπια. Από κάτω έγραφε: «Steel stood» (το ατσάλι κράτησε). Και πραγµατικά, αυτός που στην πρώτη µατιά είχε δει µονάχα συντρίµµια, έβλεπε τώρα, µε οξυµένη την προσοχή από αυτά τα λόγια, πως µερικά µεγάλα κτίρια είχαν σταθεί. Από όλες τις περιγραφές ενός σεισµού, ασύγκριτα οι πιο σηµαντικές είναι των µηχανικών, που υπολογίζουν τους κραδασµούς του εδάφους, τις ωθήσεις, τη θερµότητα που αναπτύσσεται και τα σχετικά και που οδηγούν µε αυτό τον τρόπο σε κατασκευές που αντιστέκονται στο σεισµό. Όποιος θέλει να περιγράψει το φασισµό και τον πόλεµο, τις µεγάλες καταστροφές που δεν είναι φυσικές καταστροφές, πρέπει να πει µια πρακτική αλήθεια. Πρέπει να δείξει πως πρόκειται για καταστροφές, που τις ετοιµάζουν ενάντια στις τεράστιες ανθρώπινες µάζες των εργαζοµένων χωρίς δικά τους µέσα παραγωγής, οι ιδιοκτήτες ακριβώς αυτών των µέσων παραγωγής. Αν θέλει κανείς να γράψει µε επιτυχία την αλήθεια για τις κακές συνθήκες πρέπει να τη γράψει έτσι που να διακρίνονται οι μη αναπόφευκτες αιτίες τους. Μιας και φανούν τα – μη αναπόφευκτα – αίτια, µπορούν πια να καταπολεµηθούν οι κακές συνθήκες.

Η κρίση να διαλέγει κανείς εκείνους που στα χέρια τους η αλήθεια θα αποκτήσει δύναµη

Οι συνήθειες του εµπορίου του γραπτού λόγου, της αγοράς των περιγραφών και των απόψεων, συνήθειες µε ηλικία αιώνων, αφαιρούσαν από το συγγραφέα κάθε έγνοια για το γραπτό του. Έδιναν δηλαδή στο συγγραφέα την εντύπωση πως ο εκδότης που τα αγοράζει, ο µεσάζοντας, διέδιδε τάχα τα γραφτά του σε όλο τον κόσµο. Σκεφτόταν: «Εγώ µιλάω, κι όσοι θέλουν να µε ακούσουν µε ακούνε». Στην πραγµατικότητα µιλούσε κι όσοι είχαν να πληρώσουν, τον άκουγαν. Τα λόγια του δεν τα άκουγαν όλοι κι αυτοί που άκουγαν δεν ήθελαν να τα ακούσουν όλα. Πάνω σε αυτό έχουν ειπωθεί πολλά και πάλι όχι αρκετά. Εδώ θέλω µονάχα να τονίσω πως το «γράφω σε κάποιον» έγινε «γράφω». Την αλήθεια όµως δε µπορεί κανείς να τη «γράψει» πρέπει να τη γράψει σε κάποιον που να έχει κάτι να την κάνει. Η γνώση της αλήθειας είναι µία διαδικασία κοινή σε αυτούς που γράφουν κι αυτούς που διαβάζουν. Για να γράψει κανείς σωστά πράγµατα πρέπει να ξέρει να ακούει και πρέπει να ακούει σωστά πράγµατα. Η αλήθεια πρέπει να λέγεται µε περίσκεψη και να ακούγεται µε περίσκεψη. Και για µας που γράφουµε έχει σηµασία σε ποιον τη λέµε και ποιος µας τη λέει. Την αλήθεια για τις κακές συνθήκες πρέπει να τη λέµε σε εκείνους που τις αντιµετωπίζουν στη χειρότερη τους όψη κι από αυτούς πρέπει να τις πληροφορούµαστε. Δεν πρέπει να µιλάει κανείς µονάχα σε ανθρώπους ορισµένων πεποιθήσεων, παρά σε εκείνους που θα τους ταίριαζαν αυτές οι πεποιθήσεις εξαιτίας της κατάστασης τους. Κι οι ακροατές σας αλλάζουν αδιάκοπα! Ακόµα κι οι δήµιοι µπορούν να ακούσουν όταν κοπούν οι πληρωµές για το κρέµασµα ή όταν ο κίνδυνος µεγαλώσει πολύ. Οι αγρότες της Βαυαρίας ήταν αντίπαλοι κάθε ανατροπής· όταν τέλειωσε όµως ο πόλεµος κι όταν οι γιοι τους γύριζαν σπίτι και δεν έβρισκαν πια τόπο στα χωράφια, τότε µπορούσε κανείς να τους κερδίσει για την επανάσταση. Γι’ αυτούς που γράφουν έχει σηµασία να πετύχουν το σωστό τόνο της αλήθειας. Τις πιο πολλές φορές ακούει κανείς ένα πολύ µαλακό, πονεµένο τόνο, φωνή ανθρώπων που δε µπορούν να βλάψουν ούτε µύγα. Όποιος ακούει αυτόν τον τόνο και ζει µέσα στην εξαθλίωση βουλιάζει ακόµα βαθύτερα µέσα σε αυτήν. Έτσι µιλάνε οι άνθρωποι που δεν είναι ίσως εχθροί, ποτέ όµως και συναγωνιστές. Η αλήθεια είναι κάτι το µαχητικό, πολεµάει όχι απλά και µόνο την ψευτιά, άλλα και ορισµένους ανθρώπους που τη διαδίδουν.

Η πονηριά να διαδίδει κανείς σε πολλούς την αλήθεια

Πολλοί, όντας περήφανοι που έχουν το θάρρος να λεν την αλήθεια, ευτυχισµένοι που τη βρήκαν, κουρασµένοι ίσως απ’ τη δουλειά που χρειάζεται για να γίνει ευκολοµεταχείριστη, µες στην ανυπόµονη αναµονή της παρέµβασης εκείνων που τα δικά τους συµφέροντα υπερασπίζονται, δεν νοµίζουν απαραίτητο να χρησιµοποιήσουν τώρα πονηριά για τη διάδοση της αλήθειας. Έτσι, πολλές φορές, η δουλειά τους χάνει κάθε αποτέλεσµα. Σε όλες τις εποχές, όταν η αλήθεια καταπνίγονταν και κρύβονταν, χρησιµοποιούσαν πονηριά για τη διάδοση της. Ο Κοµφούκιος παραχάραξε ένα παλιό, πατριωτικό ιστορικό χρονικό. Άλλαξε µονάχα ορισµένες λέξεις. Εκεί που έλεγε: «Ο κυρίαρχος της Κουν έβαλε να θανατώσουν το φιλόσοφο Βαν γιατί είχε πει αυτό κι εκείνο», ο Κοµφούκιος έβαλε αντί «θανατώσουν» – «δολοφονήσουν». Εκεί που έλεγε, ο τύραννος τάδε σκοτώθηκε σε µια απόπειρα εναντίον του, ο Κοµφούκιος έβαζε «εκτελέστηκε». Έτσι άνοιξε ο Κοµφούκιος το δρόµο για µια καινούργια εκτίµηση της Ιστορίας.

Όποιος στις µέρες µας λέει «πληθυσμός» αντί για «λαός» και «γαιοϊδιοκτησία» αντί για «γη» , σταµάτησε κιόλας να υποστηρίζει πολλά απ’ τα ψέµατα. Βγάζει από τις λέξεις το σάπιο τους µυστικισµό. Η λέξη «λαός» υπονοεί µια κάποια ενότητα και κοινά συµφέροντα και θα έπρεπε εποµένως να λέγεται µονάχα όπου πρόκειται για πολλούς λαούς, µιας και µονάχα εκεί, το πολύ -πολύ, µπορεί κανείς να φανταστεί κοινά συµφέροντα. Ο πληθυσµός µιας χώρας έχει ποικίλα και µάλιστα αλληλοσυγκρουόµενα συµφέροντα κι αυτό είναι µια αλήθεια που την καταπνίγουν. Όµοια, όποιος λέει «γη», και δίνει χαρά στην όσφρηση και στα µάτια µιλώντας για τη µυρωδιά της και για το χρώµα, αυτός υποστηρίζει τα ψέµατα των εξουσιαστών· γιατί το πρόβληµα δεν είναι η καρπεράδα της γης, ούτε ή αγάπη του ανθρώπου για τη γη, ούτε ή εργατικότητα του, παρά βασικά η τιµή του σταριού κι η αξία της δουλειάς. Εκείνοι που βγάζουν τα κέρδη από τη γη δεν είναι αυτοί που βγάζουν το στάρι, κι η µυρωδιά που έχει το χώµα είναι άγνωστη στα χρηµατιστήρια. Αυτά έχουν άλλες µυρωδιές. Αντίθετα, η λέξη γαιοϊδιοκτησία είναι η σωστή· µε αυτή δε µπορεί κανείς να κοροϊδέψει τους άλλους τόσο εύκολα. Για τη λέξη «πειθαρχία» θα έπρεπε κανείς, όπου κυριαρχεί η καταπίεση, να διαλέξει τη λέξη «υπακοή», γιατί ή πειθαρχία µπορεί να υπάρχει και χωρίς τύραννο, κι έτσι έχει πάνω της κάτι το πιο ευγενικό από ό,τι η υπακοή. Και πιο καλή από τη λέξη «τιμή» είναι η «ανθρώπινη αξιοπρέπεια». Με αυτή τη λέξη το άτοµο δεν εξαφανίζεται τόσο εύκολα. Ξέρουµε δα τι σκυλολόι αγωνίζεται για να καταφέρει να «υπερασπίσει την τιµή» ενός λαού! Και πόσο σπάταλα µοιράζουν οι χορτάτοι τιµές σε αυτούς που τους χορταίνουν, πεινώντας οι ίδιοι.

Η πονηριά του Κοµφούκιου µπορεί και σήµερα να χρησιµοποιηθεί. Ο Κοµφούκιος έβαζε στη θέση των αδικαιολόγητων κρίσεων πάνω σε εθνικά περιστατικά τις σωστές κρίσεις. Ο Άγγλος Τόµας Μουρ περιέγραψε στην «Ουτοπία» του µια χώρα όπου επικρατούσαν δίκαιες συνθήκες – ήταν µια χώρα πολύ διαφορετική από τη χώρα που ζούσε, της έµοιαζε όµως πολύ, εκτός από το καθεστώς! Ο Λένιν, κάτω απ’ την απειλή της τσαρικής αστυνοµίας, ήθελε να περιγράψει την εκµετάλλευση και την καταπίεση του νησιού Σαχαλίνη από τη ρωσική µπουρζουαζία. Έβαλε Ιαπωνία αντί Ρωσία και Κορέα αντί για Σαχαλίνη. Οι μέθοδοι της γιαπωνέζικης μπουρζουαζίας θύµιζαν σε όλους τους αναγνώστες τις μεθόδους της Ρωσίας στη Σαχαλίνη, αλλά η µπροσούρα δεν απαγορεύτηκε µιας και η Ιαπωνία ήταν εχθρός της Ρωσίας. Πολλά που δε µπορούν να ειπωθούν στη Γερµανία για τη Γερµανία µπορούν να ειπωθούν για την Αυστρία. Υπάρχουν πολλές πονηριές για να ξεγελάσει κανείς το καχύποπτο κράτος. Ο Βολτέρος πολέµησε την πίστη στα θαύµατα που καλλιεργούσε η Εκκλησία µε ένα λαµπρό ποίηµα για την παρθένα της Ορλεάνης. Περιέγραψε τα θαύµατα που θα έπρεπε σίγουρα να είχαν συµβεί για να µείνει η Ιωάννα παρθένα σε ένα στρατό, σε µιαν Αυλή και ανάµεσα σε καλόγερους. Με την κοµψότητα του ύφους του και µε το να περιγράφει ερωτικές περιπέτειες από τη γεµάτη πολυτέλεια ζωή των κυρίαρχων τάξεων, τις παράσυρε να αποµονώσουν µια θρησκεία που τους έδινε τα µέσα γι’ αυτή τη χαλαρή ζωή. Και µάλιστα, δηµιούργησε έτσι τη δυνατότητα να φτάσουν τα έργα του, από παράνοµους δρόµους, σε εκείνους που απευθύνονταν. Οι ισχυροί από τους αναγνώστες του προωθούσαν ή ανέχονταν τη διάδοση. Αποµόνωναν έτσι την αστυνοµία, που υπεράσπιζε τις απολαύσεις τους. Κι ο µεγάλος Λουκρήτιος τόνιζε ρητά πως για τη διάδοση του επικούρειου αθεϊσµού πολλά περιµένει από την ομορφιά των στίχων του.

Πραγµατικά, το υψηλό λογοτεχνικό επίπεδο µπορεί να χρησιµέψει σαν ασπίδα για ένα κείµενο. Συχνά όµως ξυπνάει και τις υποψίες. Τότε µπορεί κανείς να το χαµηλώσει επίτηδες. Αυτό γίνεται, για παράδειγµα, όταν κανείς µε την περιφρονηµένη µορφή του αστυνοµικού µυθιστορήµατος µπάζει λαθραία, σε ανύποπτα µέρη, περιγραφές κοινωνικών συνθηκών. Τέτοιες περιγραφές θα δικαίωναν, το δίχως άλλο, ένα αστυνοµικό µυθιστόρηµα. Ο µεγάλος Σαίξπηρ χαµήλωσε το λογοτεχνικό επίπεδο για πολύ λιγότερο σοβαρούς λόγους, όταν έγραψε επίτηδες αδύνατο το λόγο της µάνας του Κοριολανού µε τον οποίο αντιµετωπίζει το γιο της που εκστρατεύει ενάντια στην πατρίδα. Ο Σαίξπηρ ήθελε να δείξει πως ο Κοριολανός δεν εγκαταλείπει τα σχέδια του για πραγµατικούς λόγους ή από µια βαθιά συγκίνηση, αλλά από µια κάποια αδράνεια που τον έσπρωχνε στις παλιές του συνήθειες. Στον Σαίξπηρ βλέπουµε κι ένα παράδειγµα αλήθειας που διαδίδεται µε πονηριά στο λόγο του Αντώνιου για το νεκρό του Καίσαρα. Ασταµάτητα τονίζει πως ο δολοφόνος του Καίσαρα, ο Βρούτος, είναι έντιµος άνθρωπος, περιγράφει όµως και την πράξη του, κι η περιγραφή της πράξης είναι πιο δυνατή από του δράστη· ο ρήτορας αφήνεται έτσι µοναχός του να τον νικήσουν τα γεγονότα – τους δίνει πιο πολλή «ευφράδεια» απ’ όση στον εαυτό του.

Ένας Αιγύπτιος ποιητής που έζησε πριν τέσσερις χιλιάδες χρόνια χρησιµοποίησε µια παρόµοια µέθοδο. Η µέχρι τότε κυρίαρχη τάξη υπεράσπισε µε κόπο τη θέση της από το µεγάλο της αντίπαλο, το τµήµα του πληθυσµού που µέχρι τότε την υπηρετούσε. Στο ποίηµα που αναφέρουµε, έρχεται στην αυλή του άρχοντα ένας σοφός και καλεί όλους σε αγώνα κατά του εσωτερικού εχθρού. Περιγράφει πολλή ώρα και διεξοδικά την αναταραχή που γεννήθηκε µε την εξέγερση των κατώτερων στρωµάτων. Να ποια ήταν η περιγραφή:

Κι είναι έτσι: Οι µεγάλοι όλο παράπονα κι οι ταπεινοί όλο χαρά. Κάθε πόλη λέει: “Aς διώξουµε από δω τους δυνατούς

Κι είναι έτσι: το συρτάρια ανοίγουν, παίρνουν τους καταλόγους, οι κολίγοι γίνονται αφέντες

Κι είναι έτσι: Ό γιος του φηµισµένου πια δεν ξεχωρίζει· το παιδί της κυράς γίνεται της σκλάβου της γιος.

Κι είναι έτσι: Τους αφέντες ζέψανε στο µαγγανοπήγαδο. Αυτοί που τη µέρα δεν είχαν αντικρίσει, βγήκανε στο φως.

Κι είναι έτσι: Τις εβένινες κάσες της θυσίας τις σύντριψαν· το υπέροχο ξύλο σεστέµ το πελεκάνε για κρεβάτια.

Κοιτάτε, έπεσε η πρωτεύουσα µέσα σε µιαν ώρα.

Κοιτάτε, της χώρας οι φτωχοί γένηκαν πλούσιοι.

Κοιτάτε, ψωµί όποιος δεν είχε έχει τώρα αποθήκη· κι αυτό που είναι µέσα ήταν το βιός ενός αλλού.

Κοιτάτε, είναι καλό στον άνθρωπο το φαγητό του.

Κοιτάτε, καλαµπόκι· όποιος δεν είχε έχει τώρα αποθήκες· καλαµποκόσπορο όποιος ζητιάνευε µοιράζει τώρα µοναχός του.

Κοιτάτε, όποιος δυο βόδια δεν είχε κοπάδια έχει τώρα· αυτός που του έλειπαν ζώα για το αλέτρι έχει τώρα κοπάδια από ζώα.

Κοιτάτε, εκείνος που κάµαρη δεν είχε να χτίσει έχει τώρα τέσσερις τοίχους.

Κοιτάτε, οι Σύµβουλοι στις αποθήκες γυρεύουν καταφύγιο· αυτός που στον τοίχο να γείρει δε µπορούσε κρεβάτι έχει τώρα.

Κοιτάτε, αυτός που βάρκα δεν έφτιαχνε δικά του καράβια έχει τώρα, και σαν ο ιδιοκτήτης τα κοιτάξει, δικά του δεν είναι τώρα πια.

Κοιτάτε, ρούχα όσοι είχαν τώρα είναι κουρελήδες κι όποιος πριν ύφαινε για άλλον, τώρα φοράει λεπτό λινό.

Ο πλούσιος νηστικός κοιµάται· αυτός που πριν για ζητιανιά τον παρακάλαγε έχει και πίνει καλό κρασί.

Κοιτάτε, αυτός που τίποτα δεν ήξερε από άρπα έχει µια τώρα· αυτός που µπρος του δεν τραγουδούσαν παινεύει τώρα τη µουσική.

Κοιτάτε, αυτός που από φτώχεια µονάχος κοιµόταν βρίσκει τώρα γυναίκα· αυτή που στο νερό κοιτούσε το πρόσωπο, τώρα έχει καθρέφτη.

Κοιτάτε, οι µεγάλοι της χώρας γύρω τρέχουν χωρίς να έχουν δουλειά. Στους µεγάλους τίποτα δε λένε πια.

Ο παλιός αγγελιαφόρος στέλνει τώρα άλλον.

Κοιτάτε, πέντε σταλµένοι από τον κύριό τους. Λένε: Ας πάρει τώρα ο καθένας το δρόµο του, φτάσαµε.

Καταλαβαίνει κανείς πως µια τέτοια περιγραφή της αναταραχής θα πρέπει να την παρουσιάζει στους καταπιεζόµενους σαν πολύ επιθυµητή κατάσταση. Κι όµως, τον ποιητή δύσκολα µπορούν να τον πιάσουν. Καταδικάζει αυτές τις συνθήκες ρητά, όµως αδέξια. Ο Τζόναθαν Σουίφτ πρότεινε σε µια µπροσούρα, για να οδηγηθεί η χώρα στην ευηµερία να παστώσουν τα παιδιά των φτωχών και να τα πουλήσουν για κρέας. Παρουσίασε ακριβείς υπολογισµούς που αποδείκνυαν πως κανείς µπορεί να εξοικονοµήσει πολλά αν δε διστάζει µπροστά σε τίποτα. Ο Σουίφτ παρίστανε τον κουτό. Υπεράσπισε ένα ορισµένο, µισητό του τρόπο σκέψης µε πολλή φλόγα κι ευσυνειδησία, σε ένα θέµα όπου ολόκληρη η προστυχιά του ερχόταν στο φως, ορατή στον καθένα. Ο καθένας θα µπορούσε να είναι πιο έξυπνος από τον Σουίφτ ή τουλάχιστο πιο ανθρώπινος, ιδιαίτερα εκείνος που µέχρι τότε δεν είχε ερευνήσει ορισµένες απόψεις τι συνέπειες έχουν.

Η προπαγάνδα για τη σκέψη, σε όποιον τομέα και να γίνεται, είναι χρήσιμη για την υπόθεση των καταπιεσμένων. Μια τέτοια προπαγάνδα είναι απόλυτα απαραίτητη. Κάτω από κυβερνήσεις που υπηρετούν την εκµετάλλευση, η σκέψη περνάει για ταπεινή ασχολία. Ταπεινή ασχολία περνιέται αυτή που είναι χρήσιµη σε αυτούς που τους κρατάνε ταπεινούς. Ταπεινή λογίζεται η αδιάκοπη έγνοια για το φαγητό· η περιφρόνηση των διακρίσεων που κρεµάνε στους υπερασπιστές µιας χώρας όπου οι ίδιοι πεινούν· η αµφιβολία για τους ηγέτες που οδηγούν στην καταστροφή· η απέχθεια στη δουλειά που δε δίνει ψωµί· η εναντίωση στον εξαναγκασµό σε παράλογες πράξεις· η αδιαφορία απέναντι στην οικογένεια που το ενδιαφέρον δεν της έκανε τίποτα πια. Τους πεινασµένους τους βρίζουν έκλυτους που δεν έχουν τίποτα να υπερασπίσουν, δειλούς που αµφιβάλλουν για τους καταπιεστές τους, τους βρίζουν πως δεν έχουν εµπιστοσύνη στις δυνάµεις τους, πως θέλουν πληρωµή για τη δουλειά τους, τους λένε αρχιτεµπέληδες και τα παρόµοια. Κάτω από τέτοιες κυβερνήσεις η σκέψη γενικά λογίζεται ταπεινό πράγµα και πέφτει σε κατατρεγµό. Πουθενά πια δε διδάσκουν κι όπου βλέπουν κάτι τέτοιο το καταδιώκουν. Παρόλα αυτά πάντα υπάρχουν πεδία όπου µπορεί κανείς να µιλήσει ατιµώρητα για τα επιτεύγµατα της σκέψης· είναι τα πεδία όπου οι δικτατορίες χρειάζονται τη σκέψη. Έτσι, µπορεί κανείς για παράδειγµα να αποδείξει τα επιτεύγµατα της σκέψης στον τοµέα της πολεµικής επιστήµης και της τεχνικής. Και η παράταση των αποθεµάτων µαλλιού µε µια καλύτερη οργάνωση ή µε την εφεύρεση συνθετικών, κι αυτό χρειάζεται σκέψη. Το σκάρτεµα των µέσων διατροφής, η εκπαίδευση των νέων για τον πόλεµο, όλα αυτά χρειάζονται σκέψη: η σκέψη αυτή µπορεί να περιγραφεί. Μπορεί κανείς µε πονηριά να αποφύγει τον έπαινο του πολέµου, του άσκεφτου σκοπού αυτής της σκέψης. Έτσι, η σκέψη που ξεκινάει από το πρόβληµα πως να κάνει κανείς ένα πόλεµο κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο µπορεί να οδηγήσει στο ερώτηµα αν αυτός ο πόλεµος έχει νόηµα και µπορεί να χρησιµοποιήσει για να λύσει το πρόβληµα του πως αποφεύγεται µε τον καλύτερο τρόπο ένας πόλεµος χωρίς νόηµα. Φυσικά, αυτό το ερώτηµα δύσκολα µπορεί να αξιοποιηθεί, δηλαδή να διαµορφωθεί σε σκέψη που να επεµβαίνει στην πραγµατικότητα. Μπορεί. 

Για να συνεχίσει σε µια εποχή σαν τη δική µας να είναι δυνατή η καταπίεση, που υπηρετεί την εκµετάλλευση της µιας (της µεγαλύτερης) µερίδας του πληθυσµού από την (µικρότερη) άλλη µερίδα, χρειάζεται µια πέρα για πέρα συγκεκριµένη βασική στάση του πληθυσµού, που πρέπει να απλώνεται σε όλα τα πεδία. Μια ανακάλυψη στον τοµέα της ζωολογίας, όπως του Άγγλου Δαρβίνου, θα µπορούσε να αποβεί ξαφνικά επικίνδυνη για την εκµετάλλευση· παρόλα αυτά, για ένα διάστηµα µονάχα η Εκκλησία ασχολιόταν µε αυτή, ενώ η αστυνοµία δεν καταλάβαινε τίποτα. Οι έρευνες των φυσικών οδήγησαν τα τελευταία χρόνια σε συµπεράσµατα στον τοµέα της λογικής που θα µπορούσαν να βάλουν σε κίνδυνο µια σειρά άρθρων πίστης χρήσιµων στην καταπίεση. Ο φιλόσοφος του πρωσικού κράτους Χέγκελ, στη διάρκεια δύσκολων αναζητήσεων στον τοµέα της λογικής, έδωσε στους Μαρξ και Λένιν τις κλασικές της προλεταριακής επανάστασης μεθόδους ανυπολόγιστης αξίας. Η ανάπτυξη των επιστηµών γίνεται σε αλληλεξάρτηση, ανισόµετρα όµως, και το κράτος δεν είναι σε θέση να τα επιβλέπει

όλα. Οι µαχητές της αλήθειας µπορούν να διαλέγουν πεδία µάχης σχετικά αφύλαχτα. Όλα κρέµονται από το αν διδάσκεται ο σωστός τρόπος σκέψης, ένας τρόπος σκέψης που να ρωτάει όλα τα πράγµατα κι όλες τις διαδικασίες για την προσωρινή τους και τη µεταλλάξιµη πλευρά. Οι εξουσιαστές έχουν ισχυρή αποστροφή στις µεγάλες αλλαγές, θα ήθελαν όλα να µείνουν όπως είναι, τουλάχιστο για χίλια χρόνια. Το καλύτερο θα ήταν το φεγγάρι να έµένε ακίνητο, κι ο ήλιος να µην προχωρούσε πια! Τότε κανένα δε θα τον έπιανε πείνα και δε θα γύρευε να φάει για βράδυ. Όταν πυροβολήσουν θέλουν ο αντίπαλος να µη µπορεί πια να ρίξει, θέλουν ο δικός τους πυροβολισµός να είναι ο τελευταίος.

Ένας τρόπος παρατήρησης που τονίζει ιδιαίτερα το παροδικό, είναι καλό µέσο για να δώσει κανείς κουράγιο στους καταπιεσµένους. Ακόµα, το ότι σε κάθε πράγµα και σε κάθε κατάσταση παρουσιάζεται κι αναπτύσσεται µια αντίφαση, κι αυτό είναι κάτι που πρέπει να αντιπαραταχτεί στους νικητές. Ένας τέτοιος τρόπος παρατήρησης (όπως η διαλεκτική, η διαδικασία για τη ροή των πραγµάτων) µπορεί να χρησιµοποιηθεί στην έρευνα αντικειµένων που για ένα διάστηµα ξεφεύγουν από την προσοχή των εξουσιαστών. Μπορεί να τον εφαρµόσει κανείς στη βιολογία ή στη χηµεία. Μπορεί όµως κανείς να τον εξασκήσει και περιγράφοντας την τύχη µιας οικογένειας χωρίς να προκαλέσει πολύ την προσοχή. Η εξάρτηση κάθε πράγµατος από πολλά αλλά, που αδιάκοπα αλλάζουν, είναι µια σκέψη επικίνδυνη για δικτατορίες και µπορεί να εµφανιστεί µε διάφορους τρόπους χωρίς να δώσει λαβή στην αστυνοµία.

Μια ολοκληρωµένη περιγραφή όλων των καταστάσεων και διαδικασιών που συναντά ένας άνθρωπος που ανοίγει ένα καπνοπωλείο µπορεί να αποτελέσει σκληρό χτύπηµα στην δικτατορία. Ο καθένας που σκέφτεται λίγο θα βρει το γιατί. Οι κυβερνήσεις που οδηγούν τις µάζες των ανθρώπων στην εξαθλίωση πρέπει να αποφύγουν το να σκέφτονται οι εξαθλιωµένοι την κυβέρνηση. Μιλάνε πολύ για µοίρα. Αυτή, κι όχι οι ίδιοι, φταίει τάχα για την ανέχεια. Όποιος ερευνάει την αιτία της ανέχειας τον συλλαµβάνουν προτού φτάσει στην κυβέρνηση. Είναι όµως δυνατό να αντιµετωπίσει κανείς γενικά τις φλυαρίες για τη µοίρα· µπορεί κανείς να δείξει πως τη µοίρα του ανθρώπου τη φτιάχνουν άνθρωποι. Αυτό πάλι µπορεί να γίνει µε πολλούς τρόπους. Μπορεί, για παράδειγµα, να διηγηθεί κανείς την ιστορία ενός υποστατικού στην Ισλανδία· ολόκληρο το χωριό µιλάει για µια κατάρα εκεί. Μια αγρότισσα ρίχτηκε στο πηγάδι, ένας αγρότης κρεµάστηκε. Μια µέρα γίνεται ένας γάµος, ο γιος του αγρότη παντρεύεται µε µια κοπέλα που φέρνει µερικά χωράφια προίκα. Η κατάρα εξαφανίζεται. Το χωριό δεν έχει οµόφωνη γνώµη για την αιτία αυτής της αλλαγής προς το καλύτερο. Άλλοι την αποδίνουν στη

χαρούµενη φύση του νεαρού αγρότη, άλλοι στα χωράφια που έφερε µαζί της η νεαρή αγρότισσα και που κάνουν το υποστατικό για πρώτη φορά βιώσιµο. Αλλά και σε ένα ποίηµα ακόµα που περιγράφει ένα τοπίο µπορεί κανείς κάτι να πετύχει, αν δηλαδή στη φύση ενσωµατωθούν τα πράγµατα τα καµωµένα από τον άνθρωπο. Χρειάζεται πονηριά για να διαδοθεί η αλήθεια.

Ανακεφαλαίωση

Η µεγάλη αλήθεια της εποχής µας (που δεν υπηρετεί κανείς µε το να τη βρει µονάχα, που όµως χωρίς αυτή καµιά άλλη σηµαντική αλήθεια δε µπορεί να βρεθεί) είναι ότι η ήπειρος µας βουλιάζει στη βαρβαρότητα επειδή προσπαθούν να διατηρήσουν µε τη βία τις σχέσεις ιδιοκτησίας στα µέσα παραγωγής. Τι ωφελεί να γράψει κανείς κάτι θαρραλέο από όπου να βγαίνει πως ή κατάσταση που βρισκόµαστε είναι βάρβαρη (που είναι αλήθεια) αν δε φαίνεται ξεκάθαρα για ποιο λόγο φτάσαµε σε αυτή την κατάσταση; Πρέπει να πούµε ότι τα βασανιστήρια γίνονται γιατί πρέπει να διατηρηθούν οι σχέσεις ιδιοκτησίας. Φυσικά, λέγοντας το αυτό χάνουµε πολλούς φίλους που είναι αντίθετοι στα βασανιστήρια γιατί πιστεύουν πως οι σχέσεις ιδιοκτησίας θα µπορούσαν να διατηρηθούν και χωρίς αυτά (που δεν είναι αλήθεια). Πρέπει να πούµε την αλήθεια για τις βάρβαρες συνθήκες στη χώρα µας για να µπορέσει να γίνει αυτό που θα τις εξαφανίσει, δηλαδή αυτό που θ’ αλλάξει τις σχέσεις ιδιοκτησίας. Πρέπει ακόµα να το πούµε σε εκείνους που υποφέρουν πιο πολύ από όλους κάτω από τις σηµερινές σχέσεις ιδιοκτησίας, που έχουν το πιο δυνατό συµφέρον για την αλλαγή τους, στους εργάτες, και σε εκείνους που µπορούµε να οδηγήσουµε στους εργάτες σαν σύµµαχους, γιατί στην πραγµατικότητα δεν έχουν ούτε κι εκείνοι ιδιοκτησία στα µέσα παραγωγής, όσο κι αν παίρνουν µερίδιο από τα κέρδη. Και πρέπει, πέµπτο, να βαδίσουµε µε πονηριά. Κι όλες αυτές τις πέντε δυσκολίες πρέπει να τις ξεπερνάµε ταυτόχρονα, γιατί δεν µπορούµε να ερευνάµε την αλήθεια για τις βάρβαρες συνθήκες χωρίς να σκεφτόµαστε εκείνους που υποφέρουν κάτω απ’ αυτές και καθώς, διώχνοντας κάθε πειρασµό δειλίας, γυρεύουµε τις αληθινές αιτίες µε τη σκέψη µας στραµµένη σε εκείνους που είναι πρόθυµοι να χρησιµοποιήσουν τις γνώσεις τους, πρέπει ταυτόχρονα να σκεφτόµαστε και το πώς θα τους δώσουµε την αλήθεια µε τρόπο που να είναι στα χέρια τους όπλο, και µε τόση πονηριά που η µετάδοση αυτή να µη µπορεί να ανακαλυφτεί και να εµποδιστεί από τον εχθρό. Τέτοιες είναι λοιπόν οι απαίτησες µας όταν ζητάµε από τους συγγραφείς να γράφουν την αλήθεια.

Bertolt Brecht

(«Συνέδριο για την υπεράσπιση της Κουλτούρας», Παρίσι 1935)

Αναδημοσίευση από http://tinyurl.com/c9z9you

Advertisements
Ετικέτα: